Η αγορά Στη Θεσσαλονίκη η Μαρία είναι λίγες εβδομάδες. Έχει μικρή κουζίνα και ξέρει λίγες λέξεις. Απόψε έρχεται η γειτόνισσα για φαγητό. Η αγορά κλείνει σε λίγο. Η Μαρία μπαίνει γρήγορα στην αγορά. Βλέπει τον Γιάννη πίσω από τον πάγκο. Βλέπει το ψωμί πάνω στο τραπέζι. Δεν ξέρει τη λέξη. Δεν μπορεί να την πει. «Καλησπέρα», λέει ο Γιάννης. «Τι θέλεις;» Η Μαρία δείχνει το ψωμί. «Αυτό;» ρωτάει ο Γιάννης. «Ναι, παρακαλώ», λέει η Μαρία. Ο Γιάννης παίρνει ένα τυρί και το βάζει στην τσάντα της. Η Μαρία κοιτάζει το τυρί. «Όχι», λέει. «Όχι αυτό.» «Αυτό;» ρωτάει ο Γιάννης και δείχνει ένα μεγάλο μπουκάλι νερό. Η Μαρία δείχνει πάλι το ψωμί. «Όχι. Αυτό, παρακαλώ.» Ο Γιάννης παίρνει το μπουκάλι νερό και το βάζει δίπλα στο τυρί. Μετά παίρνει ένα μεγάλο κουτί. «Αυτό θέλεις;» λέει. Η Μαρία κοιτάζει το κουτί. «Όχι, όχι. Δεν θέλω αυτό.» Ο Γιάννης γελάει λίγο. Δεν θυμώνει. Κοιτάζει τη Μαρία και κοιτάζει το ψωμί. «Ναι», λέει η Μαρία. «Αυτό. Ένα. Παρακαλώ.» «Ένα;» λέει ο Γιάννης. «Ναι. Ένα.» Ο Γιάννης σταματάει. Παίρνει μόνος του το ψωμί από το τραπέζι. Το κρατάει ψηλά και το βλέπει μαζί με τη Μαρία. «Αυτό είναι ψωμί», λέει αργά ο Γιάννης. «Ψωμί.» Η Μαρία κοιτάζει το ψωμί. Κοιτάζει το στόμα του Γιάννη. «Ψωμή;» λέει η Μαρία. «Ψωμί», λέει ο Γιάννης. «Πολύ καλά. Ψωμί.» «Ψωμί», λέει η Μαρία. «Ναι, ψωμί», λέει ο Γιάννης. «Ένα ψωμί;» «Ναι, ένα ψωμί, παρακαλώ.» Ο Γιάννης βάζει το ψωμί στην τσάντα. Παίρνει και δεύτερο ψωμί. «Δύο ψωμιά», λέει η Μαρία. «Ναι, δύο ψωμιά», λέει ο Γιάννης. «Το δεύτερο είναι δικό σου.» Η Μαρία βγάζει χρήματα. «Πόσο;» «Αυτό είναι τρία. Τρία ευρώ.» Η Μαρία δίνει τα χρήματα. Ο Γιάννης παίρνει μόνο τρία ευρώ. «Ευχαριστώ», λέει η Μαρία. «Παρακαλώ», λέει ο Γιάννης. «Καλή δουλειά.» Η Μαρία παίρνει την τσάντα. «Γεια», λέει. «Ευχαριστώ.» «Γεια», λέει ο Γιάννης. Η Μαρία βγαίνει στον δρόμο. Κρατάει την τσάντα με τα δύο ψωμιά. Πηγαίνει αργά προς το σπίτι. Λέει χαμηλά: «Ψωμί.» Στο σπίτι ανοίγει την πόρτα. Ανεβαίνει τη σκάλα με την τσάντα. Στην πόρτα της λέει άλλη μία φορά: «Ψωμί.» Στην κορυφή της σκάλας είναι η γειτόνισσα.