Ο πάγκος του Μάρκου Σήμερα είναι μέρα αγοράς στη μικρή πλατεία. Ο Μάρκος ανοίγει τον πάγκο του νωρίς. Έχει ντομάτες, πατάτες, ψωμί και νερό. Σήμερα θέλει να πάρει καινούρια ζυγαριά. Η παλιά ζυγαριά δεν δουλεύει καλά. Η Ελένη έρχεται πρώτη. Κρατάει μια τσάντα και λίγα χρήματα. «Καλημέρα, Μάρκο», λέει. «Καλημέρα, Ελένη. Τα ίδια;» «Τα ίδια. Ντομάτες, πατάτες και λίγο ψωμί.» Ο Μάρκος βάζει δύο ντομάτες στην τσάντα. Μετά βάζει πατάτες και ψωμί. «Και νερό», λέει η Ελένη. «Το ξέρω», λέει ο Μάρκος. «Ένα μικρό νερό.» Η Ελένη βλέπει τη ζυγαριά. «Έχεις πρόβλημα;» «Έχω πρόβλημα. Η ζυγαριά δεν δουλεύει.» «Και τι κάνεις;» «Κάνω όπως πάντα. Κοιτάω και ξέρω.» Η Ελένη δίνει τα χρήματα. «Πόσο είναι;» «Τρία ευρώ.» «Έχω μόνο δύο.» Ο Μάρκος κοιτάει την τσάντα. «Πάρε και το ψωμί. Δώσε δύο.» «Όχι, Μάρκο.» «Ελένη, τα ίδια κάνουμε χρόνια.» Η Ελένη παίρνει την τσάντα και φεύγει. Ο Νίκος έρχεται μετά. Δεν λέει καλημέρα. Κοιτάει τις πατάτες. «Μάρκο, θέλω τις πατάτες που παίρνω.» «Τις μικρές;» «Τις μικρές. Και τέσσερις ντομάτες.» «Τέσσερις ντομάτες και μικρές πατάτες.» «Και ένα ψωμί.» «Το ξέρω.» Ο Νίκος κοιτάει τη ζυγαριά. «Πάλι δεν έχεις ζυγαριά;» «Πάλι.» «Πόσο είναι;» «Τέσσερα ευρώ.» «Έχω πέντε.» «Πάρε και νερό.» «Δεν θέλω νερό.» «Τότε πάρε πίσω ένα ευρώ.» «Εντάξει.» Ο Μάρκος βάζει τα πράγματα στην τσάντα. Ο Νίκος παίρνει την τσάντα και μένει εκεί. «Θέλεις κάτι άλλο;» ρωτάει ο Μάρκος. «Όχι. Θέλω να σου πω κάτι.» «Πες το.» «Η ζυγαριά μου είναι εδώ. Μπορείς να την πάρεις.» Ο Μάρκος κοιτάει τον Νίκο. «Όχι, Νίκο. Δεν μπορώ.» «Δεν θέλω λεφτά.» «Όλοι θέλουν λεφτά.» «Εγώ θέλω να δουλεύεις.» «Και εσύ θέλεις πατάτες.» «Ναι. Θέλω πατάτες.» Η Άννα έρχεται από τον δρόμο. Είναι η κόρη του Μάρκου. Κρατάει ένα μικρό κουτί. «Μπαμπά, έφερα φαγητό.» «Άφησέ το πίσω.» «Δεν έχεις φάει.» «Μετά.» «Πότε μετά;» «Όταν φύγει ο κόσμος.» Η Άννα βλέπει τη ζυγαριά. «Πάλι η παλιά;» «Πάλι η παλιά.» «Θέλεις καινούρια.» «Θέλω καινούρια.» «Έχεις λεφτά;» «Έχω λίγα.» Η Ελένη γυρίζει στον πάγκο. Κρατάει το ψωμί. «Μάρκο, ξέχασα αυτό.» «Το ψωμί;» «Ναι. Δεν το πήρα.» «Το έχεις στην τσάντα.» Η Ελένη κοιτάει μέσα. «Αλήθεια.» Ο Νίκος βάζει τη ζυγαριά πάνω στον πάγκο. «Πάρε τη δική μου», λέει. «Για σήμερα.» «Για σήμερα;» «Για πάντα, αν θέλεις.» Ο Μάρκος δεν μιλάει. Η Άννα ανοίγει το κουτί. «Μπαμπά, φάε τώρα.» Ο Μάρκος βάζει τη ζυγαριά στη θέση της. Η ζυγαριά δουλεύει καλά. «Νίκο, πόσο κάνει;» «Τίποτα.» «Όχι. Πόσο κάνει;» «Ένα ψωμί και νερό αύριο.» «Εντάξει.» Ο Μάρκος κόβει το ψωμί. Η Ελένη παίρνει το νερό. Η Άννα δίνει στον πατέρα της το φαγητό. Ο Νίκος παίρνει την τσάντα του. «Αύριο τα ίδια, Μάρκο.» «Αύριο τα ίδια, Νίκο.»