Η πρώτη βάρδια Ο Νίκος είναι στο μικρό σινεμά της πόλης. Σήμερα αρχίζει την πρώτη του δουλειά. Στέκεται πίσω από το μικρό τραπέζι. Μπροστά του έχει εισιτήρια, ποτά και φαγητό. Το αφεντικό του λέγεται κύριος Πέτρος. Ξέρει κάθε ταινία από την αρχή. Ξέρει ακόμα και κάθε μικρή σκηνή. «Ένα εισιτήριο, ένα ποτό, δέκα ευρώ», λέει. «Ένα εισιτήριο, ένα ποτό, δέκα ευρώ», λέει ο Νίκος. «Ωραία, τώρα δώσε μου τα χρήματα». Ο Νίκος κοιτάζει τα χέρια του. «Δεν έχω χρήματα, κύριε Πέτρο». «Εγώ είμαι ο πρώτος άνθρωπος σήμερα». «Μα είστε το αφεντικό». «Και το αφεντικό βλέπει ταινίες». Ο Νίκος του δίνει ένα εισιτήριο. «Το ποτό μου πού είναι;» ρωτάει εκείνος. «Δεν θέλετε πραγματικά ένα ποτό». «Σωστά, αλλά ο άνθρωπος μπορεί να θέλει». Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μια κοπέλα. Ο Νίκος γνωρίζει αμέσως την Ελένη. Είναι μαζί του στο σχολείο χρόνια. «Γεια», λέει η Ελένη. «Εσύ δουλεύεις εδώ τώρα;» «Ναι, είναι η πρώτη μου μέρα». «Τότε θέλω ένα εισιτήριο και ένα ποτό». Ο Νίκος κοιτάζει τον κύριο Πέτρο. «Ένα εισιτήριο, ένα ποτό, δέκα ευρώ». «Μπράβο», λέει ο κύριος Πέτρος. Η Ελένη δίνει τα χρήματα. Ο Νίκος δίνει μόνο το εισιτήριο. «Το ποτό μου πού είναι;» ρωτάει εκείνη. «Το ήξερα», λέει ο κύριος Πέτρος. «Τι ήξερες;» ρωτάει ο Νίκος. «Αυτή η σκηνή υπάρχει σε πολλές ταινίες». Ο Νίκος δίνει στην Ελένη το ποτό. «Ποια ταινία βλέπεις;» τη ρωτάει. «Δεν ξέρω ακόμα», λέει εκείνη. Ο κύριος Πέτρος παίρνει ένα εισιτήριο. «Η πρώτη ταινία είναι για μια οικογένεια». Παίρνει ένα δεύτερο εισιτήριο. «Η άλλη είναι για δύο φίλους». Παίρνει μετά ένα τρίτο εισιτήριο. «Αυτή είναι για μια πρώτη αγάπη». Η Ελένη κοιτάζει τον Νίκο. «Εσύ ποια θα έβλεπες;» τον ρωτάει. «Εγώ δουλεύω», λέει ο Νίκος γρήγορα. «Η δουλειά τελειώνει στις δέκα», λέει το αφεντικό. «Δεν σε ρώτησα», λέει ο Νίκος. «Ξέρω κάθε ταινία και κάθε ώρα». Η Ελένη αφήνει το τρίτο εισιτήριο μπροστά του. «Τότε έλα μετά τη δουλειά», λέει. Ο Νίκος κοιτάζει πάλι το αφεντικό. «Τι πρέπει να πω τώρα;» «Δεν ξέρω αυτήν τη σκηνή», λέει εκείνος. Η Ελένη περιμένει κρατώντας το ποτό. Ο Νίκος βάζει τα χρήματα στη θέση τους. «Εντάξει», λέει. «Θα έρθω στις δέκα». Ο κύριος Πέτρος δείχνει το τραπέζι. «Ωραία, αλλά πρώτα δώσε μου το ποτό μου».